ήχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ήχος ήχοι
γενική ήχου ήχων
αιτιατική ήχο ήχους
κλητική ήχε ήχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ήχος < αρχαία ελληνική ἦχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ήχος αρσενικό

  1. ό,τι αντιλαμβάνονται οι ζωντανοί οργανισμοί με την αίσθηση της ακοής· οι δονήσεις που προκαλούνται σε φυσικά σώματα μεταφέρονται με διαδοχικά πυκνώματα και αραιώματα του αέρα ή άλλων υλικών στο αυτί και, εφόσον έχουν την κατάλληλη ένταση και συχνότητα, γίνονται αντιληπτές από τον εγκέφαλο ως ήχοι
  2. ο καθένας από τους οκτώ τρόπους της βυζαντινής μουσικής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

  • ήχος στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια

32πχ Μεταφράσεις[]