ίδιος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ίδιος < αρχαία ελληνική ἴδιος
[
]
Προφορά 1
[
]
Επίθετο 1
ίδιος -ία -ον
- που χαρακτηρίζει με ιδιαίτερο τρόπο ένα άτομο, ανήκει σε αυτό ή προέρχεται από αυτό, δικός, προσωπικός
- ιδία δαπάνη (με προσωπική δαπάνη)
- όμοιος
[
] Εκφράσεις
- ιδίοις όμμασι(ν): με τα ίδια μου (σου, του) τα μάτια
- ιδίαις χερσί(ν): με τα ίδια μου (σου, του) τα χέρια
- κατ' ιδίαν: σε προσωπική και όχι δημόσια συνάντηση, συζήτηση, επαφή
[
]
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Προφορά 2
[
]
Επίθετο 2
ίδιος -α -ο
- όμοιος με κάτι/κάποιον άλλο
- οι δύο φίλες αποφάσισαν να φορέσουν για το αποκριάτικο πάρτι ίδιες στολές
- οι δύο πολιτικοί έχουν τις ίδιες ιδέες για το ζήτημα
- που δεν έχει αλλάξει καθόλου, αμετάβλητος
- μετά από τοσα χρόνια τον αναγνώρισα αμέσως· έχει μείνει ίδιος κι απαράλλακτος
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αντωνυμία
ίδιος -α -ο
- (με άρθρο) οριστική αντωνυμία
- με πρόδωσε ο ίδιος μου ο αδελφός