ίκτερος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ίκτερος < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)


Open book 01.svg Ουσιαστικό

ίκτερος αρσενικό

  • παθολογική κατάσταση του οργανισμού η οποία συνίσταται στην παρουσία ουσιών της χολής στο αίμα και στους ιστούς και κατά την οποία το δέρμα και οι βλεννογόνοι παίρνουν κίτρινο χρώμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες