ίνδαλμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ίνδαλμα | ινδάλματα |
| γενική | ινδάλματος | ινδαλμάτων |
| αιτιατική | ίνδαλμα | ινδάλματα |
| κλητική | ίνδαλμα | ινδάλματα |
[
]
Ετυμολογία
- ίνδαλμα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
ίνδαλμα ουδέτερο