ίνδαλμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ίνδαλμα ινδάλματα
γενική ινδάλματος ινδαλμάτων
αιτιατική ίνδαλμα ινδάλματα
κλητική ίνδαλμα ινδάλματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ίνδαλμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ίνδαλμα ουδέτερο

  1. πρόσωπο που λειτουργεί ως πρότυπο, που φαντάζει ως ιδανικό
    αυτός ο μουσικός της ροκ ήταν το ίνδαλμα της νεολαίας τη δεκαετία του '60

32πχ Μεταφράσεις[]