αέριο

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Ετυμολογία

ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αέριος

Ουσιαστικό

αέριο ουδέτερο

  1. φυσικό σώμα σε αέρια κατάσταση
    το οξυγόνο υπό κανονικές συνθήκες είναι αέριο
  2. (ιατρική, μόνο στον πληθυντικό) τα αέρια που παράγονται κατά τη διαδικασία της πέψης στο πεπτικό σύστημα


Δείτε επίσης


Μεταφράσεις

Κλιτή μορφή επιθέτου

αέριο

Άλλες γλώσσες