αέριο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αέριος
Ουσιαστικό
αέριο ουδέτερο
- φυσικό σώμα σε αέρια κατάσταση
- το οξυγόνο υπό κανονικές συνθήκες είναι αέριο
- (ιατρική, μόνο στον πληθυντικό) τα αέρια που παράγονται κατά τη διαδικασία της πέψης στο πεπτικό σύστημα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
Κλιτή μορφή επιθέτου
αέριο

