αέριο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αέριο | αέρια |
| γενική | αερίου | αερίων |
| αιτιατική | αέριο | αέρια |
| κλητική | αέριο | αέρια |
[
]
Ετυμολογία
- αέριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αέριος
[
]
Ουσιαστικό
αέριο ουδέτερο
- φυσικό σώμα σε αέρια κατάσταση
- το οξυγόνο υπό κανονικές συνθήκες είναι αέριο
- (ιατρική, μόνο στον πληθυντικό) τα αέρια που παράγονται κατά τη διαδικασία της πέψης στο πεπτικό σύστημα
- Νιώθω άσχημα, γιατί έχω πολλά αέρια
- Τοξικές ουσίες, έννοια που απέκτησε η λέξη "αέρια" κατά τον πρώτο και δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνα, όπου το "αέριο" ήταν συνώνυμο του ορατού ή "απτού" αέρα που περιείχε κάτι κακό.
- Δηλητηριάστηκαν από τα αέρια, έγραφαν τότε οι εφημερίδες για το χημικό πόλεμο
- (φυσική και χημεία) Τα αέρια χαρακτηρίζονται ανάλογα με τη συμπεριφορά τους
- τα τέλεια αέρια λέγονται και ιδανικά, γιατί ακολουθούν πλήρως τους Νόμους Boyle - Mariotte και Gay - Lyssac
- τα ευγενή αέρια, π.χ. το ήλιο, ονομάστηκαν έτσι γιατί διαπιστώθηκε ότι "σνομπάρουν" και δεν αντιδρούν πρόθυμα με τα υπόλοιπα αέρια
- Στη φυσική υπάρχει επίσης κατηγορία κβαντικών αερίων και φωτονικών αερίων
- Τα ασφυξιογόνα αέρια και τα δακρυγόνα (ενν. αέρια) επενεργούν στο αναπνευστικό.
- Το ιλαρυντικό αέριο προκαλεί γέλιο και αναισθησία
- Τα αναισθητικά αέρια χρησιμοποιούνται στα χειρουργεία
[
] Εκφράσεις
Μυρίζει αέριο (εννοώντας συνήθως το "γκάζι" ή το υγραέριο)
Φορούν μάσκα αερίων (για να προφυλάσσονται από παρουσία τυχόν δηλητηριωδών αερίων)
[
]
Σύνθετα
- φωταέριο (παλιότερα αεριόφως)
- καυσαέριο
Η Βικιπαίδεια έχει πλούσιο υλικο για πολλά αέρια
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
αέριο
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
αέριο