αίθριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αἴθριος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αίθριος αίθρια αίθριο
γενική αίθριου αίθριας αίθριου
αιτιατική αίθριο αίθρια αίθριο
κλητική αίθριε αίθρια αίθριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αίθριοι αίθριες αίθρια
γενική αίθριων αίθριων αίθριων
αιτιατική αίθριους αίθριες αίθρια
κλητική αίθριοι αίθριες αίθρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αίθριος < αρχαία ελληνική αἴθριος < πιθανόν αἴθω (καίω) ή αἴθρη / αἴθρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛ.θɾι.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

αίθριος, -α, -ο

  1. ο καιρός που δεν έχει σύννεφα αλλά λιακάδα
    αίθριος καιρός, αίθρια ημέρα
    • (στη μετεωρολογία) που έχει ελάχιστη νέφωση, σύμφωνα με μια ορισμένη κλίμακα που καλύπτει τις διαβαθμίσεις από τον εντελώς ανέφελο μέχρι τον εντελώς νεφοσκεπή ουρανό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]