αίρεση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αίρεση | αιρέσεις |
| γενική | αίρεσης | αιρέσεων |
| αιρέσεως | ||
| αιτιατική | αίρεση | αιρέσεις |
| κλητική | αίρεση | αιρέσεις |
[
]
Ετυμολογία
- αίρεση < αρχαία ελληνική αἵρεσις
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
αίρεση θηλυκό
- το θρησκευτικό δόγμα που διαφέρει από την επίσημη θρησκεία κι έχει καταδικαστεί ως αντίθετο
- χριστιανική / μουσουλμανική / γνωστική / αντιτριαδική αίρεση
- ένα σύνολο από ιδέες ή απόψεις οι οποίες ανατρέπουν ή αποκλίνουν από εκείνες που θεωρούνται σωστές ή καθιερωμένες σε ένα τομέα
- φιλοσοφική / ιδεολογική / πολιτική / καλλιτεχνική αίρεση
- (συνεκδοχικά) οι οπαδοί μιας αίρεσης, οι αιρετικοί
- η επιλογή
- η πράξη της Αντιγόνης εξαρτάται πρωταρχικά από την προσωπική αίρεσή της
- (νομική) όρος της δικαιοπραξίας, από τον οποίο καθορίζονται τα θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα ενός μελλοντικού κι αντικειμενικά αβέβαιου γεγονότος
- αναβλητική / διαλυτική αίρεση
[
] Εκφράσεις
- υπό αίρεση: με δυνατότητα επιλογής // με επιφύλαξη // σε εκκρεμότητα
- υπό την αίρεση: με τον όρο, την προϋπόθεση
[
]
[
]
Μεταφράσεις
αίρεση
|
|