αίσθηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αίσθηση αισθήσεις
γενική αίσθησης
& αισθήσεως
αισθήσεων
αιτιατική αίσθηση αισθήσεις
κλητική αίσθηση αισθήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αίσθηση < αρχαία ελληνική αἴσθησις < αἰσθάνομαι < ἀῒω, δηλαδή γνωρίζω καλά με μία αίσθηση, αφή ή ακοή, γνωστότερο με τη σύνθετη μορφή του, ἐπαΐω (γνωρίζω σε βάθος), ἐπαΐων (μετοχή) και (σήμερα ουσιαστικό), ἐπαΐοντας, ο βαθύς γνώστης.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛ.sθi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αίσθηση θηλυκό

  1. λειτουργία του οργανισμού με την οποία προσλαμβάνονται τα ερεθίσματα του εξωτερικού περιβάλλοντος (όραση, ακοή, αφή, γεύση, όσφρηση)
  2. ικανότητα αντίληψης και αξιολόγησης
    η αίσθηση του ωραίου, η αίσθηση του μέτρου
  3. εντύπωση, όχι απαραιτήτως θεμελιωμένη
    αυτός ο άνθρωπος μου δίνει την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί του
  4. προαίσθημα

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]