αβάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβάς αβάδες
γενική αβά αβάδων
αιτιατική αβά αβάδες
κλητική αβά αβάδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αβάς < κατά τον μεσαίωνα αλλά και στην καθαρεύουσα, ἀββᾶς < από τη γαλλική λέξη abbe < από την αραμαϊκή אבא -abba, (πατέρας)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αβάς αρσενικό ή αββάς

  • πνευματικός πατέρας, ηγούμενος, ανώτερος μοναχός σε αβαείο

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες