αβάσιμος
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πίνακας περιεχομένων
1
Ελληνικά (el)
1.1
Ετυμολογία
1.2
Επίθετο
1.2.1
Συνώνυμα
1.2.2
Μεταφράσεις
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
αβάσιμος
<
α-
+
βάσιμος
Επίθετο
αβάσιμος
που είναι χωρίς βάση ή
έρεισμα
Συνώνυμα
αβέβαιος
αθεμελίωτος
ανεδαφικός
ανυπόστατος
αστήρικτος
ασύστατος
υποθετικός
Μεταφράσεις
αγγλικά
:
baseless
(en)
γαλλικά
:
infondé
(fr)
εβραϊκά
:
חסר יסוד
(he)
φινλανδικά
:
perusteeton
(fi)
Κατηγορίες
:
Ελληνική γλώσσα
|
Επίθετα (ελληνικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Eesti
Suomi
Polski