αβέβαιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αβέβαιος < καθαρεύουσα ἀβέβαιος < αρχαία ελληνική ἀβέβαιος < α- στερητικό + βέβαιος

Open book 01.svg Επίθετο[]

αβέβαιος, -η, -ο

  1. ο μη βέβαιος, που η έκβασή του είναι άγνωστη
  2. που δεν έχει βεβαιότητα για κάτι

32πχ Μεταφράσεις[]