αβαείο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβαείο | αβαεία |
| Γενική | αβαείου | αβαείων |
| Αιτιατική | αβαείο | αβαεία |
| Κλητική | αβαείο | αβαεία |
Ετυμολογία
- αβαείο < αβάς
Προφορά
Ουσιαστικό
αβαείο ουδέτερο (καθαρεύουσα: αββαείον ουδέτερο)
- ιερό οικοδόμημα, ακριβέστερα μοναστήρι (λέγεται για τα καθολικά μοναστήρια), που διοικείται από έναν αβά (= πνευματικό πατέρα της κοινότητας)