αβαλσάμωτος
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πίνακας περιεχομένων
1
Ελληνικά (el)
1.1
Ετυμολογία
1.2
Επίθετο
1.2.1
Μεταφράσεις
Ελληνικά (el)
Η σελίδα αυτή χρειάζεται επέκταση. Βοηθήστε το Βικιλεξικό
επεκτείνοντάς την
!
Ετυμολογία
αβαλσάμωτος
<
α-
+
βαλσαμώνω
+ κατάληξη ρηματικού επιθέτου
-τος
Επίθετο
αβαλσάμωτος
που δεν έχει
βαλσαμωθεί
, που δεν έχει
ταριχευτεί
Μεταφράσεις
Κατηγορίες
:
Επέκταση
|
Ελληνική γλώσσα
|
Επίθετα (ελληνικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος