αββάς

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αββάς αρσενικό

  • λέξη του μεσαίωνα, → βλέπε λέξη: αβάς
Άλλες γλώσσες