αβυσσαλέος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αβυσσαλέος < άβυσσος
[
]
Επίθετο
αβυσσαλέος
- που έχει μεγάλο βάθος
- αβυσσαλέο χάσμα
- (μεταφορικά) υπερβολικά μεγάλος
- αβυσσαλέο μίσος
- καταχθόνιος
- είναι άνθρωποι αβυσσαλέοι