αγέλη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αγέλη | αγέλες |
| γενική | αγέλης | αγελών |
| αιτιατική | αγέλη | αγέλες |
| κλητική | αγέλη | αγέλες |
[
]
Ετυμολογία
- αγέλη < αρχαία ελληνική ἀγέλη
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
αγέλη θηλυκό
- πλήθος ζώων που ζουν μαζί
- (μεταφορικά) πλήθος ανθρώπων χωρίς οργάνωση και βούληση