αγένειος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
αγένειος αρσενικό, αγένειος θηλυκό, αγένειο ουδέτερο
- Αυτός που δεν έχει γένια, ο έφηβος.
- Στην αρχαιότητα και συγκεκριμένα στην Αρχαία Ελλάδα η λέξη αυτή χρησιμοποιόταν στον Αθλητισμό. Αναλυτικότερα,χαρακτήριζαν έτσι τους νέους από 16 εώς 20 ετών. Αυτοί συμπεριλαμβάνονταν στη δεύτερη κατηγορία αθλητών, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο την ηλικία. Η πρώτη κατηγορία ήταν των παίδων και η τρίτη των ανδρών.