αγένειος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αγένειος < από το α- στερητικό και το γένειον.

[] Open book 01.svg Επίθετο

αγένειος αρσενικό, αγένειος θηλυκό, αγένειο ουδέτερο

Αυτός που δεν έχει γένια, ο έφηβος.
Στην αρχαιότητα και συγκεκριμένα στην Αρχαία Ελλάδα η λέξη αυτή χρησιμοποιόταν στον Αθλητισμό. Αναλυτικότερα,χαρακτήριζαν έτσι τους νέους από 16 εώς 20 ετών. Αυτοί συμπεριλαμβάνονταν στη δεύτερη κατηγορία αθλητών, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο την ηλικία. Η πρώτη κατηγορία ήταν των παίδων και η τρίτη των ανδρών.

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες