αγγαρεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγγαρεύω < ελληνιστική κοινή ἀγγαρεία < ἀγγαρεύω < αρχαία ελληνική ἄγγαρος < περσική < ακκαδική γλώσσα

Open book 01.svg Ρήμα[]

αγγαρεύω

  1. ζητώ από κάποιον ή τον αναγκάζω να κάνει χωρίς αμοιβή μια συγκεκριμένη εργασία, πιθανόν δυσάρεστη ή ανεπιθύμητη, μια αγγαρεία
  2. εκτελώ αγγαρεία

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]