αγγειοπλαστική
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αγγειοπλαστική | αγγειοπλαστικές |
| γενική | αγγειοπλαστικής | αγγειοπλαστικών |
| αιτιατική | αγγειοπλαστική | αγγειοπλαστικές |
| κλητική | αγγειοπλαστική | αγγειοπλαστικές |
[
]
Ετυμολογία
- αγγειοπλαστική < αγγειοπλάστης
[
]
Ουσιαστικό
αγγειοπλαστική θηλυκό
- η τεχνική της κατασκευής αγγείων
- εγχείρηση με την οποία πετυχαίνεται η αιμάτωση του μυοκαρδίου σε περίπτωση απόφραξης των αγγείων του