αγγειοπλαστική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγγειοπλαστική αγγειοπλαστικές
γενική αγγειοπλαστικής αγγειοπλαστικών
αιτιατική αγγειοπλαστική αγγειοπλαστικές
κλητική αγγειοπλαστική αγγειοπλαστικές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγγειοπλαστική < αγγειοπλάστης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγγειοπλαστική θηλυκό

  1. η τεχνική της κατασκευής αγγείων
  2. εγχείρηση με την οποία πετυχαίνεται η αιμάτωση του μυοκαρδίου σε περίπτωση απόφραξης των αγγείων του

32πχ Μεταφράσεις[]