αγγελία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αγγελία | αγγελίες |
| γενική | αγγελίας | αγγελιών |
| αιτιατική | αγγελία | αγγελίες |
| κλητική | αγγελία | αγγελίες |
[
]
Ετυμολογία
- αγγελία < από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις ἄγγελος (: μαντατοφόρος) και ἀγγέλλω (: ανακοινώνω, διακηρύττω, μεταφέρω ειδήσεις)
- Η σημερινή σημασία της λέξης ως "διαφημιστική αγγελία" αποδίδει ξένους όρους, όπως advertisement
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /aŋ.ɟε.ˈli.a/
[
]
Ουσιαστικό
αγγελία θηλυκό
- διατύπωση και μεταβίβαση μιας είδησης, μηνύματος, πληροφορίας· αναγγελία
- διατύπωση και μεταβίβαση μιας είδησης, μηνύματος, πληροφορίας, συνηθέστερα με σύντομη καταχώριση σε έντυπο
- υποχρεωτική δημοσιοποίηση της τέλεσης μέλλοντος γάμου
- γνωστοποίηση κοινωνικών γεγονότων, βαπτίσεων, εγκαινίων, κηδειών, αρραβώνων κτλ (οπότε και ονομάζεται κοινή αγγελία)
[
] Εκφράσεις
- μικρές αγγελίες : καταχωρίσεις τον ημερήσιο ή περιοδικό Τύπο με πληροφορίες για αγορές, ενοικιάσεις, μισθώσεις εργασίας κτλ
- αγγελίες προς ναυτιλλομένους : οι ανακοινώσεις από το ραδιόφωνο για θέματα ασφάλειας του πλου