αγγελιοφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγγελιοφόρος αγγελιοφόροι
γενική αγγελιοφόρου αγγελιοφόρων
αιτιατική αγγελιοφόρο αγγελιοφόρους
κλητική αγγελιοφόρε αγγελιοφόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγγελιοφόρος < αρχαία ελληνική ἀγγελιαφόρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /aŋ.ɟɛ.li.ɔ.ˈfɔ.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγγελιοφόρος και αγγελιαφόρος αρσενικό

32πχ Μεταφράσεις[]