αγγελιοφόρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αγγελιοφόρος | αγγελιοφόροι |
| γενική | αγγελιοφόρου | αγγελιοφόρων |
| αιτιατική | αγγελιοφόρο | αγγελιοφόρους |
| κλητική | αγγελιοφόρε | αγγελιοφόροι |
[
]
Ετυμολογία
αγγελιοφόρος < αρχαία ελληνική ἀγγελιαφόρος
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
αγγελιοφόρος και αγγελιαφόρος αρσενικό