αγκάθι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αγκάθι | αγκάθια |
| γενική | αγκαθιού | αγκαθιών |
| αιτιατική | αγκάθι | αγκάθια |
| κλητική | αγκάθι | αγκάθια |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
αγκάθι ουδέτερο
- αιχμηρό και σκληρό όργανο των φυτών, που τα προστατεύει απο τους εχθρούς τους
- (συνεκδοχικά) κάθε φυτό που έχει αγκάθια
- το κόκαλο του σκελετού των ψαριών
- το σπυρί
- μεγάλη ενόχληση
[
]
Σύνθετα [
]
Συνώνυμα [
]
Δείτε επίσης [
]
- ἀκή για περισσότερες συγγενικές λέξεις