αγκομαχώ
Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από αγκομαχάω)
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αγκομαχώ < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
αγκομαχώ
- λαχανιάζω, ασθμαίνω, η ανάσα μου βγαίνει βαριά (πχ καθώς πασχίζω με κόπο να κάνω κάτι)
- υποφέρω, βασανίζομαι, δοκιμάζομαι