αγνός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αγνός < αρχαία ελληνική ἀγνός
Επίθετο [
]
αγνός
- που δεν έχει μέσα του κακία, υστεροβουλία ή άλλο αρνητικό χαρακτηριστικό
- (για υλικά) παρθένος, ανόθευτος
- που δεν έχει έρθει ποτέ του σε σεξουαλική επαφή, παρθένος