αγριόχορτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγριόχορτο αγριόχορτα
γενική αγριόχορτου αγριόχορτων
αιτιατική αγριόχορτο αγριόχορτα
κλητική αγριόχορτο αγριόχορτα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αγριόχορτο < άγριος + χόρτο

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αγριόχορτο ουδέτερο

  1. χόρτο που φυτρώνει μόνο του στη φύση, χωρίς να το έχει καλλιεργήσει ο άνθρωπος
  2. το ζιζάνιο

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες