αγρυπνία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αγρυπνία | αγρυπνίες |
| γενική | αγρυπνίας | αγρυπνιών |
| αιτιατική | αγρυπνία | αγρυπνίες |
| κλητική | αγρυπνία | αγρυπνίες |
[
]
Ετυμολογία
- αγρυπνία < αρχαία ελληνική ἀγρυπνία
[
]
Ουσιαστικό
αγρυπνία θηλυκό
- το να παραμένει κανείς ξύπνιος κατά τη διάρκεια της νύχτας
- θρησκευτική τελετή που γίνεται τις νυχτερινές ώρες
[
]
Συνώνυμα
- (λαϊκό) αγρύπνια