αγωγός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγωγός | αγωγοί |
| Γενική | αγωγού | αγωγών |
| Αιτιατική | αγωγό | αγωγούς |
| Κλητική | αγωγέ | αγωγοί |
Ετυμολογία
- αγωγός < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Ουσιαστικό
αγωγός αρσενικό
- ο αγωγός φυσικού αερίου εγκαινιάστηκε πρόσφατα
- υλικό που επιτρέπει την ελεύθερη κίνηση ηλεκτρικών φορτίων μέσα του
- ο χαλκός είναι ένας πρώτης τάξης αγωγός
Αντώνυμα
Σύνθετα
Συγγενικές λέξεις