αγωνίζομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Ρήμα [
]
αγωνίζομαι
- ο αγώνας και η καταβολή μεγάλης προσπάθειας για κάποιο στόχο
- Αγωνίστηκε καλά, αλλά ο Ρώσος ήταν ταχύτερο (αθλητισμός)
- Αγωνίστηκε να σώσει το σπίτι του, αλλά τελικά του το κατάσχεσαν
- Είναι δίκαια κορυφαίος. ΄Αγωνίστηκε πολύ σκληρά για να φτάσει εκεί.
- περιγραφή τρόπου και κατάστασης ζωής, συνήθως δύσκολης
- -Πώς τα πας Κώστα; -Αγωνίζομαι, φίλε, όπως όλοι.