αγύρτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγύρτης αγύρτες
γενική αγύρτη αγυρτών
αιτιατική αγύρτη αγύρτες
κλητική αγύρτη αγύρτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγύρτης < αρχαία ελληνική ἀγύρτης < ἀγείρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈʝiɾ.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγύρτης αρσενικό και αγύρτισσα θηλυκό

  1. πρόσωπο που εξαπατά τους άλλους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απατεώνας, κατεργάρης
  2. πρόσωπο που επικαλείται γνώσεις, ικανότητες και ιδιότητες, τις οποίες δε διαθέτει, για να εξαπατήσει τους άλλους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κομπογιαννίτης, τσαρλατάνος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]