αγώνας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγώνας | αγώνες |
| Γενική | αγώνα | αγώνων |
| Αιτιατική | αγώνα | αγώνες |
| Κλητική | αγώνα | αγώνες |
Ετυμολογία
- αγώνας < αρχαία ελληνική ἀγών
Προφορά
Ουσιαστικό
αγώνας αρσενικό
- η επίπονη προσπάθεια για την επίτευξη ενός σκοπού
-
- χρειάζεται μεγάλλος αγώνας για την κατάκτηση της πρώτης θέσης
-
- η οργανωμένη και συστηματική κινητοποίηση για την επίτευξη ενός σκοπού
-
- ο αγώνας του Πολυτεχνείου / των εργατών
-
- η σύγκρουση δύο αντίπαλων στρατιωτικών παρατάξεων
- (συνεκδοχικά, συνήθως με κεφαλαίο) το σύνολο των μαχών, ο πόλεμος
-
- ο Μακεδονικός Αγώνας
- (αθλητισμός) η οργανωμένη αναμέτρηση αθλητών ή ομάδων σε ένα συγκεκριμένο άθλημα
- (πληθυντικός) οι αθλητικές αναμετρήσεις μεταξύ ομάδων, συλλόγων ή και κρατών, οι οποίες έχουν οργανωθεί μετά απο επίσημη ανάθεση σε κάποια πόλη ή κράτος
-
- οι Ολυμπιακοί Αγώνες
Εκφράσεις
- αγωνίστηκα τον αγώνα τον καλό : αγωνίστηκα χωρίς να παραιτηθώ από τις ιδέες και τις αρχές μου
- αγώνας δρόμου: (κυριολεκτικά) άθλημα όπου οι αθλητές διαγωνίζονται στο τρέξιμο // (μεταφορικά) για ό,τι γίνεται με ταχείς ρυθμούς προκειμένου να προλάβει κάποιος κάτι
- δικαστικός αγώνας : η δίκη
- δίνω αγώνα για κάτι : κοπιάζω, μοχθώ
Συγγενικές λέξεις