αδένας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αδένας | αδένες |
| γενική | αδένα | αδένων |
| αιτιατική | αδένα | αδένες |
| κλητική | αδένα | αδένες |
[
]
Ετυμολογία
- αδένας < αρχαία ελληνική ἀδήν
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
αδένας αρσενικό
- (βιολογία) το επιθηλιακό όργανο των ζώων που παράγει εκκρίμματα (π.χ. ένζυμα, βλέννες, ορμόνες, γάλα στα θηλαστικά, δηλητήριο, μετάξι κ.λπ.)