αδέξιος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
αδέξιος, -α, -ο
- (για άνθρωπο) που του λείπει η ικανότητα να κινείται με άνεση, να χρησιμοποιεί επιτυχώς το σώμα του και να εκτελεί χειρισμούς
- (για άνθρωπο) που του λείπει η ικανότητα να χειρίζεται επιτυχώς καταστάσεις
- (για ενέργεια) που εκτελείται χωρίς την απαιτούμενη ικανότητα, επιδεξιότητα ή προσοχή και επομένως δε φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα
- ένας αδέξιος χειρισμός μπορεί να προκαλέσει σοβαρό τροχαίο ατύχημα
[
]
Αντώνυμα
[
]
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
αδέξιος
|
|