αδελφάτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αδελφάτο αδελφάτα
γενική αδελφάτου αδελφάτων
αιτιατική αδελφάτο αδελφάτα
κλητική αδελφάτο αδελφάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδελφάτο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αδελφάτο ουδέτερο

  1. η αδελφότης, ενίοτε δηλαδή η ένωση κοντινών προσώπων που επιδιώκουν κοινό σκοπό, έχουσα δεσμούς στενούς και φιλικούς μεταξύ των μελών της.
  2. (ειρωνικά) το σύνολο των ομοφυλοφίλων

32πχ Μεταφράσεις[]