αδηφάγος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αδηφάγος < αρχαία ελληνική ἀδηφάγος < ἅδην + φαγεῖν
[
]
Επίθετο
αδηφάγος, -α, -ο
- που καταβροχθίζει μεγάλη ποσότητα φαγητού
- (μεταφορικά) λαίμαργος, άπληστος, ασυγκράτητος
- αδηφάγο βλέμμα
- (μεταφορικά) που καταστρέφει ό,τι βρεί στο πέρασμά του
- αδηφάγο τέρας η φωτιά