αδιάφθορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδιάφθορος < α- στερητικό + διαφθείρω

Open book 01.svg Επίθετο[]

αδιάφθορος -η -ο

  1. που δεν έχει διαφθαρεί ή κανείς δεν μπορεί να τον διαφθείρει ηθικά
    μετά το σκάνδαλο που ξέσπασε ο υπουργός Οικονομικών διόρισε νέα αδιάφθορη ηγεσία στις υπηρεσίες του υπουργείου του
  2. (ιατρική) που δεν έχει υποστεί διάτρηση ή άλλου είδους φθορά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αδιάφθορος αρσενικό

  1. (ιστορία) προσωνυμία του Ροβεσπιέρου
  2. (στον πληθυντικό, δημοσιογραφικό) οι υπάλληλοι της υπηρεσίας για την αντιμέτωπιση του οικονομικού εγκλήματος που έχουν αυξημένες αρμοδιότητες και εσωτερικού ελέγχου

32πχ Μεταφράσεις[]