αδιέξοδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αδιέξοδο αδιέξοδα
γενική αδιεξόδου αδιεξόδων
αιτιατική αδιέξοδο αδιέξοδα
κλητική αδιέξοδο αδιέξοδα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αδιέξοδο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αδιέξοδος < α- + διέξοδος (< δι- + έξοδος)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αδιέξοδο ουδέτερο

βγήκαμε σε αδιέξοδο και έπρεπε να γυρίσουμε πίσω
  • κατάσταση που δεν έχει προοπτική εξέλιξης ή βελτίωσης
οι συνομιλίες μεταξύ των δυο χωρών οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες