αδιέξοδο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αδιέξοδο | αδιέξοδα |
| γενική | αδιεξόδου | αδιεξόδων |
| αιτιατική | αδιέξοδο | αδιέξοδα |
| κλητική | αδιέξοδο | αδιέξοδα |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
αδιέξοδο ουδέτερο
- βγήκαμε σε αδιέξοδο και έπρεπε να γυρίσουμε πίσω
- κατάσταση που δεν έχει προοπτική εξέλιξης ή βελτίωσης
- οι συνομιλίες μεταξύ των δυο χωρών οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο