αδιανόητος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αδιανόητος < αρχαία ελληνική ἀδιανόητος < ἀ- στερητικό + διανοοῦμαι + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
[
]
Επίθετο
αδιανόητος -η -ο
- που είναι τόσο παράλογος, εξωφρενικός και απαράδεκτος ώστε δεν μπορούμε καν να το σκεφτούμε, δεν τον χωράει το μυαλό μας
- είναι αδιανόητο να υπάρχουν σήμερα παιδιά που πεθαίνουν από πείνα
[
]
Συνώνυμα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
αδιανόητος