αδιαπέραστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδιαπέραστος < α- στερητικό + διαπερνώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[]

αδιαπέραστος -η -ο

  1. που δεν μπορείς να τον διασχίσεις ή να τον διατρήσεις
    αδιαπέραστο δάσος
  2. (μεταφορικά)
    αδιαπέραστο σκοτάδι, αδιαπέραστο μυστήριο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]