αδιαπέραστος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αδιαπέραστος < α- στερητικό + διαπερνώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο

αδιαπέραστος -η -ο

  1. που δεν μπορείς να τον διασχίσεις ή να τον διατρήσεις
    αδιαπέραστο δάσος
  2. (μεταφορικά)
    αδιαπέραστο σκοτάδι, αδιαπέραστο μυστήριο


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες