αδικαιολόγητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αδικαιολόγητος < α- στερητικό + δικαιολογώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

[] Open book 01.svg Επίθετο

αδικαιολόγητος -η -ο

  1. που δεν έχει δικαιολογία και άρα δεν συγχωρείται
    Έχω θυμώσει πολύ μαζί σου! Είσαι τελείως αδικαιολόγητος που μας έστησες χτες βράδυ!
    όποιος ξεπεράσει τις 50 αδικαιολόγητες απουσίες μένει στην ίδια τάξη
  2. που έχει δεν βάσιμη δικαιολογία και άρα είναι ακατανόητος ή θεωρείται άδικος
    αδικαιολόγητη η ανησυχία για νέο σεισμό, λένε οι επιστήμονες
    αδικαιολόγητη επίθεση από άγνωστο μέρα μεσημέρι

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες