αδράνεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αδράνεια αδράνειες
γενική αδράνειας αδρανειών
αιτιατική αδράνεια αδράνειες
κλητική αδράνεια αδράνειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδράνεια < ελληνιστική κοινή ἀδράνεια < αρχαία ελληνική ἀδρανής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈðɾa.ni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αδράνεια θηλυκό

  1. το να έχει παραμείνει κάποιος (ή κάτι) αδρανής επί ένα ορισμένο διάστημα
    μετά από αιώνες αδράνειας το ηφαίστειο άρχισε πάλι να εκτοξεύει θερμά αέρια και στάχτη
  2. η ακινησία, η έλλειψη διάθεσης για ενέργεια, δράση
    η αδράνεια αυτού του ανθρώπου, τη στιγμή που αντιμετωπίζει τόσο πιεστικές ανάγκες, είναι ανεξήγητη
  3. (φυσική) η ιδιότητα των σωμάτων να αντιστέκονται σε οποιαδήποτε μεταβολή της κινητικής τους κατάστασης

32πχ Μεταφράσεις[]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: