αδράνεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αδράνεια < α- (στερητικό) + δρω
- ΔΦΑ : /a.ˈðɾa.ni.a/
Ουσιαστικό
αδράνεια θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Μεταφράσεις
|