αδυσώπητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική αδυσώπητος αδυσώπητη αδυσώπητο
γενική αδυσώπητου αδυσώπητης αδυσώπητου
αιτιατική αδυσώπητο αδυσώπητη αδυσώπητο
κλητική αδυσώπητε αδυσώπητη αδυσώπητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδυσώπητοι αδυσώπητες αδυσώπητα
γενική αδυσώπητων αδυσώπητων αδυσώπητων
αιτιατική αδυσώπητους αδυσώπητες αδυσώπητα
κλητική αδυσώπητοι αδυσώπητες αδυσώπητα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδυσώπητος < αρχαία ελληνική ἀδυσώπητος (που δεν μεταβάλλει την έκφραση του προσώπου του) < ἀ- + δυσωπῶ (αλλάζω όψη)
μεταγενέστερα, κράτησε μόνο τη σημερινή σημασία, δηλαδή: αυτός που δεν αλλάζει έκφραση προσώπου με κάτι που βλέπει να συμβαίνει, ο σκληρός, ο αμείλικτος, ο χωρίς έλεος

Open book 01.svg Επίθετο[]

αδυσώπητος, -η, -ο

  1. που δεν δείχνει έλεος, λύπηση
    όσοι ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον, ας προσγειωθούν στην αδυσώπητη πραγματικότητα (Έρμαιο των ... ταλιμπάν, Εθνοσπόρ, 4 Απριλίου 2011)

32πχ Μεταφράσεις[]