αεραγωγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεραγωγός αεραγωγοί
γενική αεραγωγού αεραγωγών
αιτιατική αεραγωγό αεραγωγούς
κλητική αεραγωγέ αεραγωγοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αεραγωγός < αέρας + αγωγός

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αεραγωγός αρσενικό

  1. αγωγός αέρα, σωλήνας ή μεγαλύτερο σύστημα που επιτρέπει την κυκλοφορία και την ανανέωση του ατμοσφαιρικού αέρα


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες