αεριόφως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αεριόφως
γενική αεριόφωτος
αιτιατική αεριόφως
κλητική αεριόφως

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αεριόφως < αέριο + φως < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική gaslight

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αεριόφως ουδέτερο

  1. φως που παράγεται από το φωταέριο
  2. (συνεκδοχικά) το ίδιο το φωταέριο

32πχ Μεταφράσεις[]