αεροπορία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεροπορία αεροπορίες
γενική αεροπορίας αεροποριών
αιτιατική αεροπορία αεροπορίες
κλητική αεροπορία αεροπορίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αεροπορία < αεροπόρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αεροπορία θηλυκό

  1. το σύνολο των ανθρώπων, τεχνικών μέσων και δομών που αφορούν στη μετακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων στον αέρα
  2. (ειδικότερα) η Πολεμική Αεροπορία
  3. Αεροπορία Στρατού: μονάδες ελικοπτέρων που ανήκουν στο Στρατό Ξηράς
  4. λέξη που συμπεριλαμβάνεται στην ονομασία μιας εταιρείας αερομεταφορών
    η Ολυμπιακή Αεροπορία

Εκφράσεις[]

  • υπέρ της Αεροπορίας: (ειρωνικά) για χρήματα που δόθηκαν για έναν ορισμένο σκοπό αλλά σπαταλήθηκαν αλλού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]