αερόστατο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αερόστατο | αερόστατα |
| Γενική | αερόστατου | αερόστατων |
| Αιτιατική | αερόστατο | αερόστατα |
| Κλητική | αερόστατο | αερόστατα |
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αερόστατο | αερόστατα |
| Γενική | αεροστάτου | αεροστάτων |
| Αιτιατική | αερόστατο | αερόστατα |
| Κλητική | αερόστατο | αερόστατα |
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.ɛ.ˈɾɔ.sta.tɔ/
Ουσιαστικό
αερόστατο ουδέτερο
- πτητική συσκευή που μπορεί να αιωρείται στον αέρα. Αποτελείται από ένα μπαλόνι γεμάτο είτε θερμό αέρα ή ένα ελαφρύ αέριο (υδρογόνο ή ήλιο) κι ένα εξάρτημα σαν μεγάλο καλάθι που κρεμιέται από το μπαλόνι, για τη μεταφορά επιβατών ή φορτίων