αζουρίτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αζουρίτης | αζουρίτες |
| γενική | αζουρίτη | αζουριτών |
| αιτιατική | αζουρίτη | αζουρίτες |
| κλητική | αζουρίτη | αζουρίτες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
αζουρίτης αρσενικό
- μαλακό ορυκτό του χαλκού με μπλε κρυστάλλους