αηδόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αηδόνι αηδόνια
γενική αηδονιού αηδονιών
αιτιατική αηδόνι αηδόνια
κλητική αηδόνι αηδόνια
αηδόνι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αηδόνι < ελληνιστική κοινή ἀηδόνιον < αρχαία ελληνική ἀηδών

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a͜i.ˈðɔ.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αηδόνι ουδέτερο

  1. (ορνιθολογία) πουλί, φημισμένο για το ωραίο τραγούδι του
  2. (μεταφορικά) για άνθρωπο καλλίφωνο ή, σπανιότερα και για μουσικό όργανο με εξαιρετικό ήχο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • μας ήρθε ο κούκος αηδόνι: πληρώσαμε πολύ ακριβά κάτι που θα μπορούσαμε να το είχαμε αγοράσει φτηνότερα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]