αθώος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αθώος αθώα αθώο
γενική αθώου αθώας αθώου
αιτιατική αθώο αθώα αθώο
κλητική αθώε αθώα αθώο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αθώοι αθώες αθώα
γενική αθώων αθώων αθώων
αιτιατική αθώους αθώες αθώα
κλητική αθώοι αθώες αθώα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αθώος < αρχαία ελληνική ἀθῷος < θωή (ποινή)

Open book 01.svg Επίθετο[]

αθώος, -α, -ο

  1. που δεν είναι υπεύθυνος για πράξη κακή, ανάρμοστη ή εγκληματική
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα ένοχος
  2. που δεν έχει μέσα του κακία ή υστεροβουλία, αγνός

Εκφράσεις[]

  • αθώα περιστερά: (ειρωνικά) για κάποιον που κάνει τον αθώο ενώ είναι φανερό ότι δεν είναι

32πχ Μεταφράσεις[]