αιλουροειδές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιλουροειδές αιλουροειδή
γενική αιλουροειδούς αιλουροειδών
αιτιατική αιλουροειδές αιλουροειδή
κλητική αιλουροειδές αιλουροειδή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αιλουροειδές < αίλουρος + -ειδές < είδος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αιλουροειδές ουδέτερο

  1. θηλαστικό σαρκοφάγο ζώο της οικογένειας Felidae στην οποία ανήκουν η γάτα, ο πάνθηρας, το πούμα κ.ά.

32πχ Μεταφράσεις[]