αιμορραγώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αιμορραγώ < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
αιμορραγώ, παρατ.: αιμορραγούσα, στιγμ. μέλλ.: θα αιμορραγήσω, αόρ.: αιμορράγησα
- χάνω αίμα, παρουσιάζω αιμορραγία
- (μεταφορικά) χάνω ζωτικούς πόρους
- η χώρα αιμορραγεί οικονομικά
[
]
Μεταφράσεις
αιμορραγώ
|